Η έννοια της αποδοχής συνδέεται βαθιά με τον σεβασμό προς την εσωτερική εμπειρία του ανθρώπου. Η αποδοχή δεν είναι μια παθητική στάση ούτε μια υποχρέωση να συμφωνούμε με ό,τι συνέβη. Είναι, πρωτίστως, η αναγνώριση της πραγματικότητας όπως βιώθηκε — με τα συναισθήματα, τις πληγές και τις ανάγκες που προέκυψαν.
Αποδοχή μιας πράξης, ενός γεγονότος, μιας συνθήκης, ενός προσώπου, δεν σημαίνει ότι δικαιολογούμε επιβλαβείς συμπεριφορές ή ότι αρνούμαστε την ευθύνη εκείνου που μας πόνεσε και μας πλήγωσε. Σημαίνει ότι επιτρέπουμε στον εαυτό μας να αισθανθεί αυτό που είναι αληθινό, χωρίς να το καταπιέζουμε ή να το κρίνουμε. Ποσο μάλλον να πρέπει να το δούμε με μια εξαναγκαστική θετικότητα, πχ. «όλα για κάποιο λόγο γίνονται». Κάτι που αφήνει εντελώς εκτός την προσωπική και αυθεντική μας εμπειρία. Η αποδοχή, σε αυτό το πλαίσιο, είναι μια πράξη ειλικρίνειας προς τον εσωτερικό μας κόσμο.
Συχνά, η αποδοχή, η συγχώρεση συγχέεται με τη λήθη. Όμως, η αποδοχή δεν σημαίνει ότι ξεχνάμε. Η μνήμη παραμένει, γιατί αποτελεί μέρος της προσωπικής μας ιστορίας. Αυτό που αλλάζει είναι ο τρόπος με τον οποίο σχετιζόμαστε με αυτήν. Η εμπειρία παύει να μας ορίζει απόλυτα και αρχίζει να ενσωματώνεται ως ένα κομμάτι της διαδρομής μας, χωρίς να καθορίζει το παρόν μας.
Αντίστοιχα, η συγχώρεση είναι επιβλαβής να συμβαίνει ως μια ηθική, κοινωνική ή θρησκευτική επιταγή ειδικά αν επιδιώκουμε μια βεβιασμένη συμφιλίωση. Συγχώρεση δεν θα πρέπει απαραίτητα να σημαίνει ότι υιοθετούμε τη συμπεριφορά ή τις αξίες του άλλου, ούτε ότι παραμένουμε σε μια κατάσταση που μας βλάπτει. Η συγχώρεση μπορεί να ιδωθεί ως μια εσωτερική διεργασία απελευθέρωσης από το βάρος της συνεχούς αναβίωσης του τραύματος.
Σε αυτό το πλαίσιο, η συγχώρεση είναι περισσότερο μια πράξη φροντίδας προς τον εαυτό παρά μια πράξη υπέρ του άλλου. Είναι η φροντίδα να αναγνωρίσουμε τον πόνο μας χωρίς να επιτρέπουμε να μετατραπεί σε μόνιμη ταυτότητα ή σε αδιάκοπη εσωτερική σύγκρουση. Δεν αναιρεί τα όρια, αντιθέτως, μπορεί να τα ενισχύει, καθώς μας επιτρέπει να επιλέγουμε συνειδητά τι κρατάμε στη ζωή μας και τι όχι. Μέσα σε αυτό το ασφαλές πλαίσιο, η αποδοχή και η συγχώρεση δεν επιβάλλονται· αναδύονται οργανικά, όταν και εφόσον το άτομο είναι έτοιμο.
Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι μπορούμε να αποδεχθούμε ότι κάτι συνέβη χωρίς να το θεωρούμε «σωστό». Μπορούμε να συγχωρήσουμε χωρίς να επαναφέρουμε την ίδια σχέση ή χωρίς να εκθέσουμε ξανά τον εαυτό μας σε πόνο. Η ψυχική ωρίμανση συχνά βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη λεπτή ισορροπία: να κρατάμε τη μνήμη, αλλά να ελευθερώνουμε το βάρος.
Τελικά, η αποδοχή και η συγχώρεση, μέσα από μια προσωποκεντρική οπτική, δεν είναι πράξεις υποταγής αλλά πράξεις εσωτερικής ελευθερίας. Είναι η διαδικασία μέσα από την οποία το άτομο επανασυνδέεται με τις δικές του αξίες και πιστεύω, ανεπηρέαστο από αυτά που θεωρούνται «σωστά», αναγνωρίζει ή ακόμα επαναπροσδιορίζει τα όριά του και επιλέγει συνειδητά έναν τρόπο ύπαρξης που δεν καθορίζεται από το τραύμα, αλλά από τη ζωντανή, αυθεντική του εμπειρία.
Rogers, C. R. (1957). The necessary and sufficient conditions of therapeutic personality change. Journal of Consulting Psychology.
Rogers, C. R. (1961). On Becoming a Person: A Therapist’s View of Psychotherapy. Boston: Houghton Mifflin.
Yalom, I. D. (1980). Existential Psychotherapy. Basic Books.
Maté, G., & Maté, D. (2022). The Myth of Normal: Trauma, Illness, and Healing in a Toxic Culture. Avery.