Θέλεις να είσαι ο σούπερ ήρωας για το παιδί σου;

Για την πίεση που κουβαλούν οι γονείς, την εμπιστοσύνη και τη δύναμη μιας παρουσίας που δεν βιάζεται να λύσει τα πάντα.

Υπάρχουν μέρες που ένας γονιός μοιάζει να χρειάζεται να είναι παντού ταυτόχρονα. Να έχει διαβάσει για κάθε στάδιο ανάπτυξης, να αναγνωρίζει κάθε συναίσθημα, να προλαβαίνει κάθε δυσκολία. Να βάζει όρια, αλλά με τον σωστό τόνο. Να είναι διαθέσιμος, αλλά ποτέ πιεστικός. Να κάνει λάθη όσο γίνεται λιγότερο — και, όταν κάνει, να ξέρει αμέσως πώς να τα διορθώσει.

Μέσα σε όλα αυτά, υπάρχει η κούραση μιας συνηθισμένης ημέρας. Μια δουλειά που δεν τελείωσε στην ώρα της, ένας λογαριασμός, μια δική του στενοχώρια. Κι όμως, η ερώτηση παραμένει: «Κάνω αρκετά για το παιδί μου;»

Αν αναγνωρίζεις τον εαυτό σου εδώ, θέλω να σταθούμε για λίγο σε κάτι απλό: είσαι κι εσύ άνθρωπος. Έχεις αντοχές και όρια, τρυφερότητα και στιγμές αμηχανίας. Μπορεί να θέλεις να είσαι ο σούπερ ήρωας που προστατεύει το παιδί του από καθετί δύσκολο. Δεν χρειάζεται, όμως, να κρύβεις την ανθρώπινη πλευρά σου πίσω από μια τέτοια στολή.

Η πίεση του «σωστού» γονιού

Οι γονείς ακούνε πολλές συμβουλές και δέχονται συχνά κριτική από παντού. Μερικές φορές ακόμη και μια καλοπροαίρετη παρατήρηση ακούγεται σαν αξιολόγηση: «Αν το χειριζόσουν καλύτερα, το παιδί δεν θα αντιδρούσε έτσι».

Η κριτική μπορεί να μας κάνει να παρατηρούμε τον εαυτό μας την ώρα ακριβώς που το παιδί μάς χρειάζεται. «Μίλησα σωστά; Μήπως το κακομαθαίνω; Τι θα σκεφτούν οι άλλοι;» Αντί να ακούσουμε τι συνέβη, ψάχνουμε απεγνωσμένα την τέλεια απάντηση.

Μια προσωποκεντρική ματιά μάς προσκαλεί να προσέξουμε πρώτα τη σχέση. Ο Carl Rogers περιέγραψε τη σημασία της ενσυναισθητικής κατανόησης, της γνησιότητας και της άνευ όρων θετικής αποδοχής μέσα στη θεραπευτική σχέση (Rogers, 1957). Δεν πρόκειται για έτοιμες οδηγίες ανατροφής. Μπορούν, όμως, να εμπνεύσουν τον τρόπο που συναντούμε ένα παιδί: με ενδιαφέρον για τη δική του εμπειρία και με σεβασμό στην αξία του, ακόμη όταν χρειάζεται να διαφωνήσουμε με μια πράξη του.

Να μπορεί να σου το πει

Σκέψου το παιδί που γυρίζει από το σχολείο και λέει: «Έκανα κάτι που θα σε θυμώσει». Ή το μεγαλύτερο παιδί που θέλει να μιλήσει για μια σχέση, ένα λάθος, έναν φόβο, αλλά δεν ξέρει πώς θα αντιδράσεις.

Μια πολύτιμη βάση εμπιστοσύνης είναι να νιώθει ότι μπορεί να αρχίσει αυτή τη συζήτηση. Ότι θα το ακούσεις πριν αποφασίσεις τι σημαίνει αυτό που έγινε. Ότι δεν χρειάζεται να παρουσιάσει μια «καλύτερη» εκδοχή της ιστορίας του για να παραμείνει αποδεκτό από εσένα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε πράξη είναι εντάξει. Η αποδοχή του παιδιού ως προσώπου δεν είναι το ίδιο με τη συμφωνία με τη συμπεριφορά του. Μπορείς να πεις: «Σε ακούω και θέλω να καταλάβω τι συνέβη. Αυτό που έγινε, όμως, χρειάζεται να το αντιμετωπίσουμε».

Η ψυχολογική ασφάλεια δεν χτίζεται με μια υπόσχεση ότι δεν θα υπάρξουν ποτέ συνέπειες. Καλλιεργείται, με τον καιρό, όταν το παιδί μπορεί να εμπιστευτεί ότι η σχέση σας δεν εξαφανίζεται τη στιγμή που φέρνει κάτι δύσκολο. Γι’ αυτό έχει σημασία να είμαστε ειλικρινείς: να μην υποσχόμαστε απόλυτη μυστικότητα όταν υπάρχει ζήτημα ασφάλειας, αλλά να εξηγούμε τι θα κάνουμε και γιατί.

Το «δεν ξέρω» μπορεί να είναι μια ειλικρινής αρχή

Υπάρχουν φορές που το παιδί θα σε ρωτήσει κάτι και δεν θα έχεις απάντηση. Μπορεί να δυσκολεύεσαι να καταλάβεις τι χρειάζεται. Μπορεί ακόμη να χρειάζεσαι λίγο χρόνο για να ηρεμήσεις, ώστε να μη μιλήσει πρώτος ο φόβος σου. Αυτό δεν σε κάνει λιγότερο διαθέσιμο.

«Δεν ξέρω ακόμη τι είναι καλύτερο να κάνουμε. Θέλω όμως να σε ακούσω και μπορούμε να το σκεφτούμε μαζί». Μια τέτοια φράση δεν εγκαταλείπει το παιδί στην αβεβαιότητα. Του δείχνει ότι μπορείς να είσαι ειλικρινής και να μείνεις στη σχέση, ακόμη χωρίς έτοιμη λύση. Και του δίνει άδεια να αναζητήσει και το ίδιο τις δικές του λέξεις, απορίες και σκέψεις.

Πρώτα ακούω· ύστερα αποφασίζω τι χρειάζεται

Όταν ακούμε κάτι που μας τρομάζει, είναι φυσικό να θέλουμε να μιλήσουμε αμέσως. Να συμβουλέψουμε, να επιπλήξουμε, να καθησυχάσουμε ή να πάρουμε το θέμα στα χέρια μας. Μερικές φορές πράγματι χρειάζεται να δράσουμε. Άλλες φορές το παιδί ζητά, πριν απ’ όλα, να το αντέξουμε μαζί του για λίγο.

Μια μικρή παύση μπορεί να αλλάξει την αρχή της κουβέντας:

«Θέλω να σε ακούσω. Πες μου τι έγινε από την αρχή».

«Πώς ήταν αυτό για σένα;»

«Θέλεις τώρα να σε ακούσω ή να σκεφτούμε μαζί τι χρειάζεσαι;»

Κατόπιν μπορούμε να δούμε αν χρειάζεται όριο, πρακτική βοήθεια, μια δύσκολη συζήτηση ή παρέμβαση για την προστασία του παιδιού. Η ακρόαση δεν μας αφαιρεί την ευθύνη ως γονείς. Μας βοηθά να απαντήσουμε σε αυτό που πραγματικά συμβαίνει, αντί μόνο σε αυτό που φοβηθήκαμε πως συνέβη.

Το «θέλω να καταλάβω» έχει σημασία και για έναν ακόμη λόγο: το παιδί νιώθει ότι το βλέπεις ως ξεχωριστό πρόσωπο, όχι ως πρόβλημα που πρέπει να διορθωθεί. Εσύ παραμένεις γονιός — όχι αλάνθαστος, αλλά παρών, με ευθύνη, ενδιαφέρον και σεβασμό.

Και όταν δεν το χειρίστηκες όπως θα ήθελες;

Θα υπάρξουν στιγμές που θα διακόψεις, θα υψώσεις τη φωνή σου ή θα δώσεις συμβουλή πριν προλάβεις να ακούσεις. Η σχέση δεν κρίνεται μόνο από μια στιγμή. Υπάρχει και η δυνατότητα να επιστρέψεις:

«Πριν αντέδρασα απότομα. Θέλω να ακούσω ξανά αυτό που προσπάθησες να μου πεις».

Μια τέτοια επανόρθωση δεν σε κάνει λιγότερο γονιό. Δείχνει στο παιδί ότι και οι μεγάλοι μπορούν να αναλαμβάνουν την ευθύνη τους και να ξαναβρίσκουν τον δρόμο προς τη σύνδεση. Η γνησιότητα περιλαμβάνει και την ικανότητα να αναγνωρίζουμε τη δική μας ατέλεια χωρίς να ζητάμε από το παιδί να μας παρηγορήσει γι’ αυτήν.

Αν η εξάντληση ή η ένταση είναι συνεχής, αξίζεις κι εσύ υποστήριξη. Δεν χρειάζεται να σηκώνεις μόνος ή μόνη όλο το βάρος της σχέσης. Ένας άλλος ενήλικας που εμπιστεύεσαι ή ένας επαγγελματίας μπορεί να γίνει χώρος για τη δική σου εμπειρία.

Μερικές φορές, η παρουσία είναι αρκετή

Δεν θα μπορέσεις να λύσεις κάθε φιλική διαμάχη, κάθε απογοήτευση ή κάθε αβεβαιότητα του παιδιού σου. Ούτε χρειάζεται να μετατρέπεται κάθε εξομολόγηση σε μάθημα.

Μπορεί εκείνο το απόγευμα να αρκεί να καθίσεις δίπλα του. Να μην κοιτάξεις αμέσως το κινητό. Να αφήσεις μια σιωπή στην οποία μπορεί να βρει τις λέξεις του. Να του πεις: «Είμαι εδώ. Αν θέλεις, μπορούμε να το σκεφτούμε μαζί».

Αυτή η παρουσία δεν είναι μικρό πράγμα. Είναι ένας τρόπος να αισθανθεί: «Μπορώ να έρθω σε εσένα με αυτό που μου συμβαίνει. Δεν χρειάζεται πρώτα να γίνω το παιδί που ξέρει τι να πει ή που δεν κάνει λάθη».

Ίσως, ακούγοντάς το, μάθεις κι εσύ κάτι από το παιδί σου: πώς βλέπει τον κόσμο, τι φοβάται, τι ήδη γνωρίζει για τον εαυτό του. Και ίσως εκείνο ανακαλύψει ότι μπορεί να σκεφτεί τι χρειάζεται, έχοντας έναν συνοδοιπόρο δίπλα του αντί για έναν επικριτή, έναν διορθωτή ή έναν σούπερ ήρωα που αναλαμβάνει τα πάντα. Το να εμπιστεύεσαι τη δική του φωνή δεν σημαίνει πως το αφήνεις μόνο· σημαίνει πως δεν χρειάζεται να του παίρνεις κάθε φορά τη θέση.

Δεν είσαι σούπερ ήρωας. Είσαι ένας άνθρωπος που προσπαθεί να σχετιστεί με έναν άλλο άνθρωπο που μεγαλώνει. Κι ίσως η πιο σημαντική ερώτηση να μην είναι «Πώς θα τα κάνω όλα σωστά;», αλλά «Πώς μπορούμε να ξαναβρίσκουμε ο ένας τον άλλον, ακόμη και όταν τα πράγματα είναι δύσκολα;»

Πάνος Αληφραγκής — Ψυχοθεραπευτής • Θεραπευτής Ζεύγους

Ενδεικτική βιβλιογραφία

  • Rogers, C. R. (1957). The necessary and sufficient conditions of therapeutic personality change. Journal of Consulting Psychology, 21(2), 95–103. doi:10.1037/h0045357⁠.
  • Rogers, C. R. (1959). A theory of therapy, personality, and interpersonal relationships, as developed in the client-centered framework. Στο S. Koch (επιμ.), Psychology: A Study of a Science (τ. 3, σ. 184–256). McGraw-Hill.
  • Rogers, C. R. (2006). Το γίγνεσθαι του προσώπου (ελλ. έκδ.). Ερευνητές. Στοιχεία έκδοσης⁠.