Η αυτοενσυναίσθηση ως γέφυρα προς την ουσιαστική φροντίδα των άλλων
Υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να ακούσουν τον πόνο των άλλων με μια σχεδόν απεριόριστη διαθεσιμότητα.
Θα σηκώσουν το τηλέφωνο ακόμη κι όταν είναι εξαντλημένοι. Θα ακούσουν την ίδια ιστορία ξανά και ξανά. Θα προσπαθήσουν να βρουν λύσεις, να ανακουφίσουν, να καθησυχάσουν, να προστατεύσουν.
Και όταν τελικά μείνουν μόνοι, μπορεί να αισθάνονται σαν να μην έχει απομείνει τίποτα μέσα τους.
Σαν κάποιος να απορρόφησε όλη τη συναισθηματική τους ενέργεια.
Αυτό το βίωμα μπορεί να είναι ιδιαίτερα έντονο όταν έχουμε μάθει να συνδέουμε την αγάπη με την αυτοθυσία, τη φροντίδα με τη συνεχή διαθεσιμότητα και την ενσυναίσθηση με την υποχρέωση να βιώνουμε τον πόνο του άλλου σαν να ήταν δικός μας.
Όμως, χρειάζεται πραγματικά να υποφέρουμε μαζί με κάποιον για να τον καταλάβουμε;
Και τι συμβαίνει όταν, στην προσπάθειά μας να συναντήσουμε τον άλλον, χάνουμε τη δυνατότητα να συναντήσουμε τον εαυτό μας;
Τι είναι τελικά η ενσυναίσθηση;
Η ενσυναίσθηση συχνά περιγράφεται ως η ικανότητα να μπαίνουμε στη θέση του άλλου.
Η διατύπωση αυτή, αν και οικεία, χρειάζεται μια σημαντική διευκρίνιση.
Δεν σημαίνει ότι πρέπει να εγκαταλείψουμε τη δική μας θέση.
Στην προσωποκεντρική προσέγγιση, ο Carl Rogers περιέγραψε την ενσυναισθητική κατανόηση ως τη δυνατότητα να αντιλαμβανόμαστε τον εσωτερικό κόσμο ενός άλλου ανθρώπου σαν να ήταν δικός μας, χωρίς να χάνουμε ποτέ την ποιότητα του «σαν να».
Αυτή η τελευταία διάκριση είναι καθοριστική.
Μπορώ να προσπαθήσω να κατανοήσω τον φόβο σου χωρίς να χρειάζεται να φοβηθώ ακριβώς όπως εσύ.
Μπορώ να αναγνωρίσω τη θλίψη σου χωρίς να βυθιστώ μέσα της.
Μπορώ να ακούσω την αγωνία σου χωρίς να χρειάζεται να την αναλάβω ως προσωπική μου ευθύνη.
Η ενσυναίσθηση δεν απαιτεί συγχώνευση. Απαιτεί επαφή.
Και η ουσιαστική επαφή προϋποθέτει ότι εξακολουθούν να υπάρχουν δύο διακριτοί άνθρωποι.
Όταν η ενσυναίσθηση μετατρέπεται σε συναισθηματική υπερφόρτωση
Στην καθημερινότητα χρησιμοποιούμε συχνά την ίδια λέξη για διαφορετικές εμπειρίες.
Άλλο είναι να κατανοώ τι αισθάνεται ένας άνθρωπος. Άλλο να συγκινούμαι από τη δυσκολία του. Και άλλο να κατακλύζομαι τόσο πολύ από τη δική του συναισθηματική κατάσταση, ώστε να δυσκολεύομαι να παραμείνω λειτουργικός.
Στην ψυχολογική βιβλιογραφία γίνεται μια χρήσιμη διάκριση ανάμεσα στην ενσυναισθητική φροντίδα (empathic concern) και στην προσωπική δυσφορία (personal distress).
Στην πρώτη περίπτωση, το ενδιαφέρον μου στρέφεται προς τον άλλον. Αναγνωρίζω την εμπειρία του και επιθυμώ να ανταποκριθώ με φροντίδα.
Στη δεύτερη, ο πόνος του άλλου μπορεί να ενεργοποιεί τόσο έντονα τη δική μου δυσφορία, ώστε να καταλήγω να προσπαθώ κυρίως να ανακουφίσω τη συναισθηματική ένταση που βιώνω εγώ.
Μπορεί τότε να βιάζομαι να δώσω συμβουλές. Να προσπαθώ να διορθώσω μια κατάσταση που δεν μπορώ να ελέγξω. Να αναλαμβάνω περισσότερα από όσα αντέχω.
Ή να νιώθω ενοχές όταν δεν καταφέρνω να βοηθήσω αρκετά.
Αυτή η υπερφόρτωση δεν αποτελεί απόδειξη μεγαλύτερης ενσυναίσθησης.
Μερικές φορές, μάλιστα, δυσκολεύει την ουσιαστική παρουσία μας.
Γιατί όταν πνίγομαι από το συναίσθημα, περιορίζεται ο χώρος που διαθέτω για να ακούσω πραγματικά.
«Αν δεν είμαι εκεί, ποιος θα είναι;»
Για ορισμένους ανθρώπους, η συνεχής φροντίδα δεν είναι απλώς μια επιλογή. Έχει γίνει μέρος της ταυτότητάς τους.
Είναι εκείνοι που ακούν, καταλαβαίνουν, υποχωρούν, αντέχουν.
Οι άνθρωποι στους οποίους απευθύνονται όλοι.
Εκείνοι που δύσκολα λένε όχι.
Πίσω από αυτή τη στάση μπορεί να υπάρχουν πολλές διαφορετικές προσωπικές ιστορίες.
Ίσως κάποιος έμαθε από μικρός ότι η αποδοχή εξαρτάται από το πόσο χρήσιμος είναι.
Ίσως ένιωσε ότι έπρεπε να φροντίζει τους άλλους για να διατηρεί την ηρεμία στις σχέσεις του.
Ίσως φοβάται ότι η οριοθέτηση θα εκληφθεί ως απόρριψη.
Ή ίσως έχει συνδέσει τόσο βαθιά την προσωπική του αξία με τη φροντίδα, ώστε να δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τον εαυτό του έξω από τον ρόλο εκείνου που προσφέρει.
Δεν ισχύει το ίδιο για όλους. Αξίζει, όμως, να αναρωτηθούμε:
Όταν φροντίζω, το κάνω επειδή το επιλέγω ή επειδή φοβάμαι τι θα συμβεί αν σταματήσω;
Η διαφορά είναι σημαντική.
Η ελεύθερη προσφορά μπορεί να μας συνδέει.
Η προσφορά που βιώνεται ως αδιάκοπη υποχρέωση μπορεί σταδιακά να μας εξαντλεί.
Η αυτοενσυναίσθηση: μπορώ να ακούσω κι εμένα;
Μιλάμε συχνά για την ανάγκη να κατανοούμε τους άλλους.
Πόσο συχνά, όμως, στρέφουμε την ίδια ποιότητα προσοχής προς τον εαυτό μας;
Τι συμβαίνει όταν είμαι κουρασμένος;
Όταν αισθάνομαι πίεση;
Όταν δεν έχω τη συναισθηματική διαθεσιμότητα που θα ήθελα;
Όταν η ανάγκη ενός άλλου ανθρώπου συγκρούεται με μια δική μου ανάγκη;
Εκεί εμφανίζεται η σημασία της αυτοενσυναίσθησης.
Να μπορώ να αναγνωρίζω τι βιώνω χωρίς να με κατηγορώ γι’ αυτό.
Να ακούω τη δική μου δυσκολία με την ίδια προσοχή που θα προσέφερα σε κάποιον αγαπημένο μου.
Να αναγνωρίζω ότι οι ανάγκες μου δεν εξαφανίζονται επειδή κάποιος άλλος υποφέρει.
Η αυτοενσυναίσθηση συνδέεται με την αυτοσυμπόνια, αλλά δεν ταυτίζεται απόλυτα μαζί της. Η πρώτη δίνει έμφαση στην κατανόηση της δικής μου βιωμένης εμπειρίας, ενώ η δεύτερη περιλαμβάνει και μια στάση καλοσύνης απέναντι στον εαυτό μου όταν δυσκολεύομαι.
Και οι δύο μπορούν να συμβάλουν σε μια σχέση λιγότερο τιμωρητική με τον εαυτό μας.
Δεν χρειάζεται να αποδείξω ότι είμαι καλός άνθρωπος αγνοώντας όσα αισθάνομαι.
Ούτε χρειάζεται να εξαντληθώ για να αποδείξω ότι νοιάζομαι.
Τα όρια ως πράξη φροντίδας, όχι ως απόρριψη
Ας φανταστούμε ότι ένας φίλος μάς τηλεφωνεί συχνά για να μοιραστεί τις δυσκολίες του.
Τον αγαπάμε. Θέλουμε να είμαστε δίπλα του.
Όμως, κάποια στιγμή συνειδητοποιούμε ότι οι συζητήσεις διαρκούν ώρες, ότι δυσκολευόμαστε να συγκεντρωθούμε στη δική μας ζωή και ότι κάθε φορά που βλέπουμε το όνομά του στην οθόνη αισθανόμαστε μια εσωτερική ένταση.
Μπορεί να αρχίσουμε να θυμώνουμε μαζί του.
Ή να νιώθουμε ενοχές επειδή θυμώνουμε.
Το ερώτημα δεν είναι απαραίτητα αν νοιαζόμαστε αρκετά.
Ίσως χρειάζεται να αναρωτηθούμε αν η σχέση έχει χώρο και για τις δικές μας ανάγκες.
Μπορούμε να πούμε:
«Θέλω να σε ακούσω, αλλά σήμερα έχω τη δυνατότητα να μιλήσουμε για λίγο».
«Καταλαβαίνω πόσο δύσκολο είναι αυτό που περνάς. Δεν ξέρω αν μπορώ να σου δώσω τη λύση που χρειάζεσαι».
«Σε νοιάζομαι, αλλά αυτή τη στιγμή χρειάζομαι κι εγώ ξεκούραση».
Αυτές οι φράσεις δεν ακυρώνουν τη φροντίδα.
Της δίνουν ένα πραγματικό πλαίσιο.
Τα όρια δεν είναι τοίχοι που μας απομονώνουν από τους άλλους. Μπορούν να λειτουργούν σαν σαφείς γραμμές που μας επιτρέπουν να συναντιόμαστε χωρίς να χάνουμε την ατομικότητά μας.
Και, βέβαια, τα όρια δεν σημαίνουν ότι κάθε σχέση μπορεί να συνεχιστεί με τους ίδιους όρους. Κάποιες φορές η άλλη πλευρά δυσκολεύεται να τα αποδεχτεί.
Αυτό δεν καθιστά αυτομάτως το όριό μας λανθασμένο.
Όταν αισθανόμαστε ότι οι άλλοι μάς αδειάζουν
Υπάρχουν στιγμές που περιγράφουμε μια σχέση σαν να μας «ρουφάει» όλη την ενέργεια.
Η εικόνα είναι έντονη, σχεδόν σαν να υπάρχει κάποιος συναισθηματικός βρικόλακας απέναντί μας.
Το βίωμα της εξάντλησης μπορεί να είναι απολύτως πραγματικό.
Ωστόσο, χρειάζεται προσοχή πριν μετατρέψουμε αυτό το βίωμα σε χαρακτηρισμό για τον άλλον άνθρωπο.
Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι εκείνος επιδιώκει να μας εξαντλήσει.
Μπορεί να βρίσκεται σε μεγάλη ανάγκη. Μπορεί να δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τα όριά μας. Μπορεί να υπάρχει μια μακροχρόνια δυναμική στην οποία εμείς έχουμε μάθει να προσφέρουμε χωρίς να εκφράζουμε τι χρειαζόμαστε.
Μπορεί, επίσης, να υπάρχουν σχέσεις όπου η πίεση, η χειριστικότητα ή η παραβίαση των ορίων είναι πραγματικές και χρειάζονται ιδιαίτερη προσοχή.
Το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι μόνο «γιατί μου παίρνει τόσα πολλά;».
Είναι και:
«Τι συμβαίνει ανάμεσά μας;»
«Τι επιτρέπω, τι φοβάμαι να εκφράσω και τι χρειάζομαι;»
«Πώς ανταποκρίνεται ο άλλος όταν επικοινωνώ ένα όριο;»
Η ενσυναίσθηση προς τον άλλον δεν μας υποχρεώνει να παραμένουμε σε μια σχέση που μας βλάπτει.
Και η αυτοενσυναίσθηση μπορεί να μας βοηθήσει να το αναγνωρίσουμε.
Μπορώ να είμαι δίπλα σου χωρίς να αναλάβω τη ζωή σου
Μια ακόμη σημαντική διάκριση αφορά την ευθύνη.
Όταν κάποιος που αγαπάμε υποφέρει, είναι φυσικό να θέλουμε να τον βοηθήσουμε.
Μπορεί να αναζητούμε λύσεις, να προσφέρουμε προτάσεις ή να προσπαθούμε να τον προστατεύσουμε από κάθε δυσκολία.
Όμως, δεν μπορούμε να ζήσουμε τη ζωή του στη θέση του.
Δεν μπορούμε να πάρουμε όλες τις αποφάσεις του.
Δεν μπορούμε να αφαιρέσουμε κάθε πόνο του.
Και δεν μπορούμε να εγγυηθούμε ότι η παρουσία μας θα οδηγήσει στην αλλαγή που επιθυμούμε.
Η ουσιαστική ενσυναίσθηση αφήνει χώρο και στην αυτονομία του άλλου.
Μπορώ να σε ακούσω χωρίς να σε κατευθύνω.
Μπορώ να αναγνωρίσω τη δυσκολία σου χωρίς να θεωρώ ότι είμαι υπεύθυνος να τη λύσω.
Μπορώ να προσφέρω στήριξη χωρίς να μετατρέπω τη σχέση μας σε μια σχέση διασώστη και διασωζόμενου.
Αυτό δεν σημαίνει αδιαφορία. Σε καταστάσεις άμεσου κινδύνου ή σοβαρής κρίσης, η έμπρακτη βοήθεια και η αναζήτηση κατάλληλης υποστήριξης μπορεί να είναι απαραίτητες.
Στην καθημερινή ζωή, όμως, η φροντίδα δεν χρειάζεται να ταυτίζεται με τη διαρκή ανάληψη ευθύνης για την ευημερία του άλλου.
Η γέφυρα ανάμεσα σε εμένα και σε εσένα
Ίσως έχουμε συνηθίσει να σκεφτόμαστε την ενσυναίσθηση σαν μια κίνηση προς τα έξω.
Σαν να στρέφουμε όλη μας την προσοχή στον άλλον, αφήνοντας προσωρινά πίσω τον εαυτό μας.
Όμως, μια βαθύτερη μορφή σύνδεσης μπορεί να ξεκινά από μια διαφορετική κίνηση.
Από την αναγνώριση ότι κι εγώ είμαι ένας άνθρωπος με συναισθήματα, όρια, φόβους, ανάγκες και δυνατότητες.
Ότι δεν χρειάζεται να είμαι αστείρευτος.
Ότι μπορώ να κουράζομαι.
Ότι μπορώ να μη γνωρίζω τι να πω.
Ότι μπορώ να μην είμαι διαθέσιμος κάθε στιγμή.
Όταν μπορώ να αναγνωρίζω όλα αυτά χωρίς να απορρίπτω τον εαυτό μου, ίσως μπορώ να σταθώ πιο ελεύθερα και απέναντι στον άλλον.
Όχι επειδή δεν με αγγίζει ο πόνος του.
Αλλά επειδή δεν χρειάζεται να χαθώ μέσα σε αυτόν.
Η αυτοενσυναίσθηση δεν αποτελεί εγγύηση ότι θα σχετιζόμαστε πάντα με ενσυναίσθηση. Μπορεί, ωστόσο, να αποτελέσει μια πολύτιμη βάση για να παραμένουμε συνδεδεμένοι τόσο με τον εαυτό μας όσο και με τους άλλους.
Μια γέφυρα δεν καταργεί τις δύο όχθες. Τις συνδέει ακριβώς επειδή παραμένουν διακριτές.
Ίσως έτσι να μπορούμε να σκεφτούμε και την υγιή ενσυναίσθηση.
Δεν χρειάζεται να γίνουμε ο άλλος.
Δεν χρειάζεται να νιώσουμε ακριβώς ό,τι νιώθει.
Δεν χρειάζεται να εγκαταλείψουμε τον εαυτό μας για να τον συναντήσουμε.
Χρειάζεται να μπορούμε να είμαστε παρόντες.
Με ενδιαφέρον. Με κατανόηση. Με σεβασμό.
Και με επίγνωση ότι στη σχέση υπάρχουν δύο άνθρωποι που αξίζουν φροντίδα.
Η φροντίδα που δεν μας εξαφανίζει
Ίσως τελικά η πιο ουσιαστική ερώτηση να μην είναι «πόσο ακόμη μπορώ να δώσω;».
Ίσως να είναι:
«Πώς μπορώ να προσφέρω χωρίς να εγκαταλείπω τον εαυτό μου;»
Γιατί η ενσυναίσθηση δεν μετριέται από το πόσο εξαντλούμαστε.
Ούτε η αγάπη από το πόσα αντέχουμε σιωπηλά.
Μια σχέση που έχει χώρο μόνο για τον πόνο του ενός μπορεί σταδιακά να χάσει τη δυνατότητα της αμοιβαιότητας.
Αντίθετα, όταν αναγνωρίζουμε και τις δικές μας ανάγκες, μπορούμε να προσφέρουμε από μια θέση μεγαλύτερης ελευθερίας και αυθεντικότητας.
Να ακούμε επειδή θέλουμε να ακούσουμε.
Να στηρίζουμε επειδή μπορούμε να στηρίξουμε.
Να λέμε όχι όταν χρειάζεται.
Να επιτρέπουμε στον άλλον να είναι ο εαυτός του, χωρίς να χάνουμε τη δική μας υπόσταση.
Και ίσως τότε να μπορούμε να πούμε κάτι απλό, αλλά βαθιά ανθρώπινο:
«Σε βλέπω. Σε ακούω. Σε νιώθω. Είμαι εδώ μαζί σου. Αλλά είμαι εδώ και για μένα».
Ενδεικτική βιβλιογραφία
- Rogers, C. R. (1957). The Necessary and Sufficient Conditions of Therapeutic Personality Change. Journal of Consulting Psychology, 21(2), 95–103.
- Rogers, C. R. (1975). Empathic: An Unappreciated Way of Being. The Counseling Psychologist, 5(2), 2–10.
- Davis, M. H. (1983). Measuring Individual Differences in Empathy: E