Κατανόηση και Αυτόσυμπόνοια: «Αν είχα κάνει κάτι διαφορετικά…»

Όταν το παρελθόν γίνεται ένας ατελείωτος διάλογος με τον εαυτό μας

Υπάρχουν στιγμές που το παρελθόν επιστρέφει χωρίς να το έχουμε καλέσει.

Μια κουβέντα που δεν ειπώθηκε. Μια σχέση που τελείωσε. Μια ευκαιρία που χάθηκε. Μια απόφαση που πήραμε ή που δεν τολμήσαμε να πάρουμε.

Και τότε εμφανίζεται εκείνη η μικρή, επίμονη λέξη:

«Αν…»

«Αν είχα ξεκινήσει νωρίτερα…»

«Αν είχα αντιδράσει διαφορετικά…»

«Αν είχα καταλάβει εγκαίρως…»

«Αν είχα φύγει…»

«Αν είχα μείνει…»

Στην αρχή, αυτές οι σκέψεις μπορεί να μοιάζουν με μια προσπάθεια να κατανοήσουμε όσα συνέβησαν. Σταδιακά, όμως, ενδέχεται να μετατραπούν σε έναν εσωτερικό διάλογο που επαναλαμβάνεται, χωρίς να οδηγεί σε κάποια ουσιαστική απάντηση.

Και κάπως έτσι, ενώ η ζωή συνεχίζεται, ένα κομμάτι μας παραμένει εγκλωβισμένο σε μια στιγμή που έχει ήδη περάσει.

Η παγίδα της εκ των υστέρων γνώσης

Ένα από τα πιο δύσκολα σημεία στη σχέση μας με το παρελθόν είναι ότι συχνά το αξιολογούμε χρησιμοποιώντας όσα γνωρίζουμε σήμερα.

Κοιτάζουμε μια παλιά απόφαση με την εμπειρία που αποκτήσαμε αργότερα. Κρίνουμε μια αντίδρασή μας με την ωριμότητα που αναπτύξαμε μέσα από όσα ακολούθησαν. Αναρωτιόμαστε γιατί δεν αναγνωρίσαμε κάτι που σήμερα μας φαίνεται αυτονόητο.

Αυτή η τάση συνδέεται με αυτό που στην ψυχολογία ονομάζεται hindsight bias, δηλαδή μεροληψία της εκ των υστέρων γνώσης.

Όταν γνωρίζουμε πλέον την έκβαση μιας κατάστασης, μπορεί να μας φαίνεται ότι θα έπρεπε να την είχαμε προβλέψει.

Όμως, τότε δεν γνωρίζαμε όσα γνωρίζουμε σήμερα.

Δεν είχαμε απαραίτητα τις ίδιες εμπειρίες, την ίδια συναισθηματική διαθεσιμότητα, τις ίδιες δυνατότητες ή το ίδιο υποστηρικτικό περιβάλλον.

Ίσως φοβόμασταν. Ίσως προσπαθούσαμε να προστατευτούμε. Ίσως δεν είχαμε αναγνωρίσει ακόμη τις ανάγκες ή τα όριά μας.

Δεν είναι δίκαιο να απαιτούμε από τον τότε εαυτό μας να διαθέτει τη γνώση που αποκτήσαμε ακριβώς επειδή ζήσαμε όσα ακολούθησαν.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε επιλογή μας ήταν σωστή. Σημαίνει ότι, για να την κατανοήσουμε, χρειάζεται να τη δούμε μέσα στις πραγματικές συνθήκες στις οποίες έγινε.

Όταν η σκέψη γίνεται μηρυκασμός

Η ανασκόπηση του παρελθόντος αποτελεί μια φυσική και συχνά χρήσιμη ανθρώπινη διαδικασία.

Μας βοηθά να επεξεργαζόμαστε εμπειρίες, να αναγνωρίζουμε μοτίβα, να επανεξετάζουμε τις επιλογές μας και να μαθαίνουμε.

Υπάρχει, ωστόσο, μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στον αναστοχασμό και στον μηρυκασμό των σκέψεων (rumination).

Ο αναστοχασμός μπορεί να μας οδηγήσει σε μεγαλύτερη κατανόηση.

Ο μηρυκασμός μάς επιστρέφει επανειλημμένα στα ίδια ερωτήματα, χωρίς να προσφέρει ουσιαστική διέξοδο.

«Γιατί το έκανα;»

«Πώς δεν το κατάλαβα;»

«Τι θα είχε συμβεί αν είχα επιλέξει διαφορετικά;»

Κάθε υποθετική απάντηση μπορεί να γεννά ένα καινούργιο ερώτημα.

Αν είχα μιλήσει, θα άλλαζε κάτι; Αν είχα επιμείνει περισσότερο, θα είχε σωθεί η σχέση; Αν είχα φύγει νωρίτερα, θα είχα αποφύγει τον πόνο;

Το μυαλό δημιουργεί εναλλακτικές εκδοχές της ιστορίας μας. Όμως, καμία από αυτές δεν μπορεί να επαληθευτεί.

Δεν γνωρίζουμε τι πραγματικά θα συνέβαινε.

Μια διαφορετική επιλογή θα μπορούσε να είχε οδηγήσει σε καλύτερη εξέλιξη, σε χειρότερη ή απλώς σε μια διαφορετική διαδρομή, με τις δικές της δυσκολίες και δυνατότητες.

Το «αν» υπόσχεται μια απάντηση που, στην πραγματικότητα, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε.

Και όταν προσπαθούμε αδιάκοπα να τη βρούμε, μπορεί να εξαντλούμαστε ψυχικά χωρίς να πλησιάζουμε περισσότερο στην κατανόηση.

Η ανάγκη να αποκτήσουμε έλεγχο πάνω σε όσα πέρασαν

Γιατί, όμως, επιμένουμε τόσο πολύ σε αυτά τα υποθετικά σενάρια;

Μερικές φορές, επειδή η σκέψη ότι «θα μπορούσα να είχα κάνει κάτι διαφορετικά» δημιουργεί μια αίσθηση ελέγχου.

Αν πιστεύω ότι όλα εξαρτήθηκαν από μια δική μου απόφαση, τότε ίσως είναι λιγότερο τρομακτικό από το να αναγνωρίσω ότι κάποια πράγματα δεν βρίσκονταν αποκλειστικά στα χέρια μου.

Μια σχέση, για παράδειγμα, δεν διαμορφώνεται από έναν μόνο άνθρωπο. Οι αποφάσεις μας επηρεάζονται από συνθήκες, άλλους ανθρώπους, ανάγκες, φόβους, συγκυρίες και πληροφορίες που δεν είναι πάντοτε διαθέσιμες.

Κι όμως, μπορεί να αναλαμβάνουμε εκ των υστέρων ολόκληρη την ευθύνη για μια έκβαση που δεν ελέγχαμε πλήρως.

Είναι σημαντικό να μπορούμε να διακρίνουμε ανάμεσα σε όσα πράγματι εξαρτώνταν από εμάς και σε όσα δεν μπορούσαμε να καθορίσουμε.

Η αναγνώριση των ορίων του ελέγχου μας δεν είναι παραίτηση.

Είναι μια πιο ρεαλιστική και συχνά πιο συμπονετική κατανόηση της ανθρώπινης εμπειρίας.

Από την ευθύνη στην αυτοτιμωρία

Η ανάληψη ευθύνης είναι πολύτιμη για την προσωπική μας εξέλιξη.

Μπορούμε να αναγνωρίσουμε ότι κάναμε λάθη, ότι πληγώσαμε κάποιον, ότι αγνοήσαμε τις ανάγκες μας ή ότι επιλέξαμε κάτι που τελικά δεν μας ωφέλησε.

Όμως, υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στο να αναγνωρίζουμε ένα λάθος και στο να χρησιμοποιούμε το λάθος ως απόδειξη ότι κάτι δεν πάει καλά με εμάς.

Το «έκανα μια επιλογή που σήμερα θα άλλαζα» δεν είναι το ίδιο με το «είμαι ανίκανος να παίρνω σωστές αποφάσεις».

Το «δεν μπόρεσα τότε να προστατεύσω τον εαυτό μου» δεν σημαίνει «δεν αξίζω να προστατεύομαι».

Όταν η ευθύνη μετατρέπεται σε αυτοκατηγορία, η δυνατότητα μάθησης συχνά περιορίζεται.

Αντί να αναρωτηθούμε τι χρειαζόμασταν, τι δεν γνωρίζαμε ή τι μπορούμε να κάνουμε διαφορετικά στο μέλλον, επικεντρωνόμαστε στην τιμωρία του εαυτού μας.

Σαν να πιστεύουμε ότι, αν τον κατηγορήσουμε αρκετά, θα διορθώσουμε αυτό που συνέβη.

Όμως η αυτοτιμωρία δεν αλλάζει το παρελθόν.

Και η κατανόηση δεν ακυρώνει την ευθύνη.

Μπορούμε να αναλάβουμε την ευθύνη των πράξεών μας, να επανορθώσουμε όπου είναι δυνατόν και ταυτόχρονα να αντιμετωπίσουμε τον εαυτό μας με ανθρωπιά.

Η αποδοχή δεν σημαίνει ότι συμφωνούμε με όσα συνέβησαν

Η έννοια της αποδοχής συχνά παρερμηνεύεται.

Μπορεί να θεωρήσουμε ότι, αν αποδεχτούμε το παρελθόν μας, σημαίνει πως εγκρίνουμε όσα έγιναν ή ότι παύουμε να αναγνωρίζουμε την αδικία, τον πόνο ή τις συνέπειές τους.

Δεν είναι έτσι.

Η αποδοχή δεν απαιτεί να θεωρήσουμε μια εμπειρία καλή.

Δεν απαιτεί να συγχωρήσουμε κάποιον πριν είμαστε έτοιμοι ή να δικαιολογήσουμε συμπεριφορές που μας πλήγωσαν.

Δεν σημαίνει ότι σταματάμε να επιθυμούμε να είχαν εξελιχθεί διαφορετικά τα πράγματα.

Σημαίνει ότι αρχίζουμε να αναγνωρίζουμε την πραγματικότητα αυτού που συνέβη, χωρίς να εξαντλούμε διαρκώς την ενέργειά μας προσπαθώντας νοερά να το αναιρέσουμε.

Μπορούμε να πούμε:

«Δεν θα ήθελα να έχει συμβεί αυτό. Με πόνεσε. Επηρέασε τη ζωή μου. Και παρ’ όλα αυτά, συνέβη».

Μια τέτοια αναγνώριση δεν εξαφανίζει απαραίτητα τη θλίψη, τον θυμό ή την απογοήτευση.

Μπορεί, όμως, να δημιουργήσει χώρο ώστε αυτά τα συναισθήματα να ακουστούν, αντί να καλύπτονται συνεχώς από υποθετικά σενάρια.

Να συναντήσουμε τον τότε εαυτό μας με κατανόηση

Από την οπτική της προσωποκεντρικής προσέγγισης, η κατανόηση της προσωπικής μας εμπειρίας συνδέεται ουσιαστικά με την ενσυναίσθηση, τη γνησιότητα και την αποδοχή.

Αυτό μπορεί να αφορά και τον τρόπο με τον οποίο στεκόμαστε απέναντι στον εαυτό μας.

Αν μπορούσαμε να συναντήσουμε τον άνθρωπο που ήμασταν τότε, τι θα του λέγαμε;

Θα τον κατηγορούσαμε για όσα δεν μπορούσε να γνωρίζει;

Θα απαιτούσαμε να μην είχε φοβηθεί, να μην είχε μπερδευτεί, να μην είχε ανάγκη την αγάπη ή την αποδοχή των άλλων;

Ή θα προσπαθούσαμε πρώτα να καταλάβουμε τι βίωνε;

Ίσως εκείνος ο άνθρωπος προσπαθούσε να ανταποκριθεί σε μια κατάσταση με τις δυνατότητες που διέθετε.

Ίσως έκανε λάθη.

Ίσως δεν μπόρεσε να υπερασπιστεί τον εαυτό του.

Ίσως επέλεξε κάτι που σήμερα δεν θα επιλέγαμε.

Μπορούμε να αναγνωρίσουμε όλα αυτά χωρίς να τον απορρίψουμε.

Δεν χρειάζεται να συμφωνούμε με κάθε επιλογή του παρελθόντος μας για να αντιμετωπίζουμε με σεβασμό τον άνθρωπο που την έκανε.

Αυτή η στάση αυτοσυμπόνιας δεν αποτελεί δικαιολογία ή αποφυγή της ευθύνης. Μπορεί να μας βοηθήσει να αναγνωρίσουμε με μεγαλύτερη ειλικρίνεια όσα συνέβησαν, χωρίς να απειλείται διαρκώς η αξία μας ως άνθρωποι.

Από το «τι θα γινόταν αν» στο «τι χρειάζομαι τώρα»

Όταν μια σκέψη επιστρέφει επίμονα, δεν είναι πάντοτε χρήσιμο να προσπαθούμε να τη διώξουμε.

Μπορούμε, αντίθετα, να παρατηρήσουμε τι προσπαθεί να μας πει.

Πίσω από το «αν είχα φύγει νωρίτερα» μπορεί να υπάρχει μια ανάγκη για ασφάλεια ή προστασία.

Πίσω από το «αν είχα μιλήσει» μπορεί να υπάρχει η ανάγκη να ακουστεί η φωνή μας.

Πίσω από το «αν είχα προσπαθήσει περισσότερο» μπορεί να υπάρχει θλίψη για κάτι σημαντικό που χάθηκε.

Και πίσω από το «αν είχα καταλάβει» μπορεί να υπάρχει η επιθυμία να εμπιστευτούμε περισσότερο την κρίση μας στο μέλλον.

Αντί να αναζητούμε μόνο μια διαφορετική εκδοχή του χθες, μπορούμε να στραφούμε σε ερωτήματα που αφορούν το σήμερα:

  • Τι με δυσκολεύει ακόμη σε αυτή την εμπειρία;
  • Ποια ανάγκη μου δεν είχε αναγνωριστεί τότε;
  • Τι έχω μάθει για τον εαυτό μου;
  • Ποια όρια θα ήθελα να θέτω πλέον;
  • Τι μπορώ να επανορθώσω, εφόσον είναι εφικτό;
  • Πώς μπορώ να φροντίσω τον εαυτό μου σήμερα με περισσότερη κατανόηση και λιγότερη κριτική;

Οι ερωτήσεις αυτές δεν υπόσχονται ότι ο πόνος θα εξαφανιστεί.

Μας βοηθούν, όμως, να μετακινήσουμε την προσοχή μας από ένα παρελθόν που δεν μπορούμε να αλλάξουμε προς ένα παρόν στο οποίο εξακολουθούμε να έχουμε δυνατότητες επιλογής.

Το παρελθόν ως μέρος της ιστορίας μας, όχι ως ολόκληρη η ταυτότητά μας

Οι εμπειρίες μας μάς διαμορφώνουν. Δεν χρειάζεται, όμως, να μας καθορίζουν απόλυτα.

Μια αποτυχία δεν είναι ολόκληρη η ιστορία μας.

Μια σχέση που τελείωσε δεν ακυρώνει την ικανότητά μας να αγαπάμε και να συνδεόμαστε.

Μια απόφαση για την οποία μετανιώνουμε δεν σημαίνει ότι όλες οι επόμενες αποφάσεις μας θα είναι λανθασμένες.

Και το γεγονός ότι κάποτε δεν μπορέσαμε να προστατεύσουμε τον εαυτό μας δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να μάθουμε να το κάνουμε σήμερα.

Το παρελθόν μπορεί να αποτελέσει μια πολύτιμη πηγή αυτογνωσίας, εφόσον του επιτρέψουμε να μας διδάξει αντί να το χρησιμοποιούμε αποκλειστικά για να μας κατηγορούμε.

Η ψυχοθεραπευτική διαδικασία μπορεί να προσφέρει έναν ασφαλή χώρο για να διερευνήσουμε αυτές τις εμπειρίες, ιδιαίτερα όταν οι επαναλαμβανόμενες σκέψεις συνοδεύονται από έντονη ενοχή, ντροπή, θλίψη ή δυσκολία να προχωρήσουμε.

Όχι για να ξαναγράψουμε την ιστορία μας, αλλά για να κατανοήσουμε βαθύτερα πώς τη βιώσαμε και πώς σχετιζόμαστε μαζί της σήμερα.

Η δύναμη βρίσκεται στο τώρα

Ίσως κάποια «αν» να μας συνοδεύουν για πολύ καιρό.

Ίσως να υπάρχουν στιγμές που θα επιστρέφουν, ακόμη κι όταν πιστεύουμε ότι έχουμε συμφιλιωθεί με μια εμπειρία.

Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι δεν έχουμε προχωρήσει.

Η προσωπική εξέλιξη δεν είναι μια ευθεία γραμμή, ούτε μια διαδικασία κατά την οποία παύουμε να αισθανόμαστε λύπη για όσα χάσαμε.

Μπορούμε να νοσταλγούμε κάτι και να γνωρίζουμε ότι δεν μας έκανε καλό.

Μπορούμε να μετανιώνουμε για μια απόφαση και ταυτόχρονα να αναγνωρίζουμε ότι τότε κάναμε ό,τι μπορούσαμε.

Μπορούμε να επιθυμούμε ένα διαφορετικό παρελθόν και, παρ’ όλα αυτά, να επιλέγουμε να ζήσουμε το παρόν μας.

Δεν χρειάζεται να αλλάξουμε αυτό που συνέβη για να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο σχετιζόμαστε μαζί του.

Κάποια στιγμή, ίσως το ερώτημα να πάψει να είναι μόνο:

«Τι θα είχε συμβεί αν είχα κάνει κάτι διαφορετικά;»

Και να γίνει:

«Τώρα που γνωρίζω όσα γνωρίζω, πώς θέλω να συνεχίσω;»

Γιατί η ζωή μας δεν βρίσκεται μόνο σε όσα έγιναν ή δεν έγιναν.

Βρίσκεται και σε όσα μπορούμε ακόμη να ανακαλύψουμε, να επιλέξουμε, να δημιουργήσουμε και να ζήσουμε.

Και ίσως αυτή να είναι μια από τις πιο ουσιαστικές μορφές αποδοχής: να μπορούμε να κοιτάζουμε πίσω με κατανόηση, χωρίς να χάνουμε από τα μάτια μας τη ζωή που βρίσκεται μπροστά μας.

⸻

Πάνος Αληφραγκής

Ψυχοθεραπευτής | Θεραπευτής Ζεύγους

Career Counsellor & Coach

panosalifragkis.com